ἀγήρως

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀγήρως ἀγήρως ἀγήρων ἀγήρῳ ἀγήρῳ ἀγήρα
Γενική ἀγήρω ἀγήρω ἀγήρω ἀγήρων ἀγήρων ἀγήρων
Δοτική ἀγήρῳ ἀγήρῳ ἀγήρῳ ἀγήρῳς ἀγήρῳς ἀγήρῳς
Αιτιατική ἀγήρων ἀγήρων ἀγήρων ἀγήρως ἀγήρως ἀγήρα
Κλητική ἀγήρως ἀγήρως ἀγήρων ἀγήρῳ ἀγήρῳ ἀγήρα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀγήρω ἀγήρω
Γενική-Δοτική ἀγήρῳν ἀγήρῳν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγήρως < α- + γῆρας

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀγήρως, -ως, -ων (αττικός τύπος του ἀγήραος)

  1. που δεν γεράζει
  2. που δεν παρακμάζει
  3. που δεν πεθαίνει, αθάνατος
    κοινῇ γὰρ τὰ σώματα διδόντες ἰδίᾳ τὸν ἀγήρων ἔπαινον ἐλάμβανον καὶ τὸν τάφον ἐπισημότατον (Θουκυδίδης, Ιστορίαι, 2, 43, 2)