Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀνθέω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀνθέω < ἄνθ(ος) + -έω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂endʰos

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /an.tʰé.ɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ἀνθέω

ἀνθέω (χωρίς μεσοπαθητική φωνή)

  1. φυτρώνω (αρχικά για τα γένια νεανία)
    χρειάζεται παράθεμα
  2. (βοτανική) ανθίζω, λουλουδίζω
    χρειάζεται παράθεμα
  3. (μεταφορικά) λάμπω
    χρειάζεται παράθεμα
  4. (μεταφορικά) ακμάζω
    χρειάζεται παράθεμα
  5. (μεταφορικά) είμαι δημοφιλής
    χρειάζεται παράθεμα
  6. (μεταφορικά) κατακλύζομαι, πλημμυρίζω, είμαι γεμάτος
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Λυσιστράτη, στίχ. 1257
    ἀμφὶ τὰς γένυας ἀφρὸς ἤνσεεν
    κι αφροκόπαγε το στόμα
    Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greeklanguage.gr
    Και από τις δύο πλευρές των σιαγόνων το στόμα πλημμύριζε αφρό
    Και από τις δύο πλευρές των σιαγόνων αφρός έβγαινε

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]