Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄττα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἅττα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ἄττα < πρωτοελληνική *átta < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *átta. Συγγενές του (λατινικά) atta

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄττα ουδέτερο άκλιτο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

ἄττα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]