Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὀκτάπους

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὀκτάπους < (ὀκτώ) ὀκτά- + πούς

Επίθετο

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ὀκτάπους τὸ ὀκτάπουν
      γενική τοῦ/τῆς ὀκτάποδος τοῦ ὀκτάποδος
      δοτική τῷ/τῇ ὀκτάπόδ τῷ ὀκτάποδ
    αιτιατική τὸν/τὴν ὀκτάποδ τὸ ὀκτάπουν
     κλητική ! ὀκτάπους ὀκτάπουν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ὀκτάποδες τὰ ὀκτάποδ
      γενική τῶν ὀκταπόδων τῶν ὀκταπόδων
      δοτική τοῖς/ταῖς ὀκτάποσῐ(ν) τοῖς ὀκτάποσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς ὀκτάποδᾰς τὰ ὀκτάποδ
     κλητική ! ὀκτάποδες ὀκτάποδ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ὀκτάποδε τὼ ὀκτάποδε
      γεν-δοτ τοῖν ὀκταπόδοιν τοῖν ὀκταπόδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ταχύπους' όπως «ταχύπους» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ὀκτάπους, -ους, -ουν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὀκτάπους οἱ ὀκτάποδες
      γενική τοῦ ὀκτάποδος τῶν ὀκταπόδων
      δοτική τῷ ὀκτάποδ τοῖς ὀκτάποσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ὀκτάποδ τοὺς ὀκτάποδᾰς
     κλητική ! ὀκτάπους ὀκτάποδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀκτάποδε
γεν-δοτ τοῖν  ὀκταπόδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πρόπους' όπως «πρόπους» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ὀκτάπους, -οδος αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ὀκτάπους (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: ὀκταπόδιν
νέα ελληνικά: χταπόδι
οθωμανικά τουρκικά: ?
τουρκικά: ahtapot

ὀκτώπους (άλλη μορφή)

αγγλικά: octopus
αραβικά: أُخْطُبُوط (ʾuḵṭubūṭ)
λατινικά: octopūs