Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ὀροβίαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική αἱ Ὀροβίαι
      γενική τῶν Ὀροβιῶν
      δοτική ταῖς Ὀροβίαις
    αιτιατική τὰς Ὀροβίᾱς
     κλητική ! Ὀροβίαι
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ὀροβίαι < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ὀροβίαι θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό