Adamo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Adamo (eo)

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Adamo < εβραϊκή אָדָם‎ που σημαίνει άντρας

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Adamo (it) αρσενικό(θηλυκό : Adama)

Συνώνυμα[επεξεργασία]