Αδάμ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αδάμ < ελληνιστική κοινή Ἀδάμ < εβραϊκή אדם ('Adam)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αδάμ αρσενικό άκλιτο

  1. ανδρικό όνομα
  2. (θρησκεία) ο πρωτόπλαστος, ο πρώτος άνθρωπος, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, ο προπάτορας του ανθρώπινου γένους

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]