Bogen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Bogen (de) αρσενικό

  1. τόξο
  2. αψίδα, καμάρα