Kapelos
Εμφάνιση
Διαγλωσσικοί όροι (mul)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Kapelos < (μεταγραφή) νέα ελληνική Καπέλος (Kapélos)
Μεταγραφή
[επεξεργασία]Kapelos
- ανδρικό επώνυμο, το ελληνικό επώνυμο Καπέλος στις γλώσσες που χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- γυναικείο επώνυμο: Kapelou
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| Kapelos | Kapeloses |
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Kapelos (en)
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) προέλευσης από τη νέα ελληνική
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Vassy (Vassiliki) Kapelos στην αγγλική Βικιπαίδεια
(γενν. 1981), ελληνικής καταγωγής Καναδή δημοσιογράφος και τηλεπαρουσιάστρια