abscond

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

abscond < μέση γαλλική abscondre < λατινική abscondere < abscondo < abs + condo < con + do

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

abscond (en)

  1. (παρωχημένο) κρύβομαι
  2. (παρωχημένο) αποκρύπτω, κρύβω κάτι για να το ιδιοποιηθώ
  3. ξεφεύγω από κάπου, δραπετεύω
  4. ξεφεύγω, αποφεύγω μια υποχρέωση