accaparer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

accaparer < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ka.pa.ʁe/
accaparer 

Ρήμα[επεξεργασία]

accaparer (fr) (μεταβατικό)

  1. (οικονομία) αγοράζω ή συγκρατώ αξία ή εμπόρευμα με σκοπό να το καταστήσω σπάνιο και έτσι να ανεβάσω την τιμή του
  2. (οικείο) ιδιοποιούμαι