accomplice

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

accomplice < μέση αγγλική, accomplice < a + complice < παλαιογαλλική complice < λατινική complicare

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

accomplice (en)

  1. συνεργάτης
  2. συμμέτοχος σε ένα αδίκημα, συνεργός
    George was an accomplice with John in this crime

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]