acteur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

acteur < λατινική actor

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ak.tœʁ/
acteur 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

acteur (fr) /ak.tœʁ/ αρσενικό, actrice /ak.tris/ θηλυκό (πληθυντικός acteurs, actrices)

  1. ηθοποιός, θεατρίνος
  2. δράστης, ήρωας

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. artiste, comédien, interprète
  2. héros, protagoniste