δράστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δράστης οι δράστες
      γενική του δράστη των δραστών
    αιτιατική τον δράστη τους δράστες
     κλητική δράστη δράστες
όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δράστης < αρχαία ελληνική δράστης / δρήστης < δράω / δρῶ < πρωτοελληνική *dráwō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή < *dréwh₂-e-ti < *dréwh₂- (τρέχω, δρω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðɾa.stis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δράστης αρσενικό (θηλυκό: δράστρια, δράστιδα, δράστις)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική δράστης δράστα δράσται
Γενική δράστου δράσταιν δραστῶν
Δοτική δράστ δράσταιν δράσταις
Αιτιατική δράστην δράστα δράστας
Κλητική δράστα δράστα δράσται

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δράστης < δράω / δρῶ < πρωτοελληνική *dráwō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dréwh₂-e-ti < *dréwh₂- (τρέχω, δρω)

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

δράστης αρσενικό

  1. εργάτης
  2. υπηρέτης
  3. (ως επίθετο) που δρα, δραστήριος, εργατικός

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δράστης < διδράσκω

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

δράστης αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]