Μετάβαση στο περιεχόμενο

ad hoc

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ad hoc < (άμεσο δάνειο) λατινική ad hoc [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ad ˈxok/

Έκφραση

[επεξεργασία]

ad hoc

  • λατινικά: ad hoc, που έχει δημιουργηθεί για συγκεκριμένο σκοπό
    παράδειγμα  είναι μια λύση που δόθηκε ad hoc και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλες καταστάσεις

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)



Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ad hoc < (άμεσο δάνειο) λατινική ad hoc

Επίθετο

[επεξεργασία]

ad hoc (en)

  • λατινικά: ad hoc, που έχει δημιουργηθεί για συγκεκριμένο σκοπό

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ad hoc (en)

  • λατινικά: ad hoc, γι' αυτόν τον σκοπό



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ad hoc < (άμεσο δάνειο) λατινική ad hoc

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.d‿ɔk/
ομόηχο: haddock

Έκφραση

[επεξεργασία]

ad hoc (fr)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ad hoc < → δείτε τη λέξη  πρόθεση ad & hoc, αιτιατική ουδετέρου της αντωνυμίας hic (εκείνος)

Έκφραση

[επεξεργασία]

ad hoc (la)