ado

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Ado

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ado < συντομογραφία του adolescent

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ado 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ado ados

ado (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (οικείο) έφηβος

Σύνθετα[επεξεργασία]