allusion

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

allusion (en)

  1. η νύξη, ο υπαινιγμός



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

allusion 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
allusion allusions

allusion (fr) θηλυκό

  1. ο υπαινιγμός (με θετική έννοια), η παραπομπή, η αναφορά
    dans son rapport, il fait allusion à... - στην αναφορά του, αναφέρεται σε...

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]