ambush
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| ambush | ambushes |
ambush (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- η ενέδρα
We were constantly changing course to avoid enemy ambushes.
- Αλλάζαμε διαρκώς πορεία, για να αποφύγουμε τις ενέδρες του εχθρού.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | ambush |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | ambushes |
| αόριστος | ambushed |
| παθητική μετοχή | ambushed |
| ενεργητική μετοχή | ambushing |
ambush (en)
- παραμονεύω, κάνω μια αιφνιδιαστική επίθεση σε κάποιον ή κάτι από μια κρυφή θέση
They ambushed him outside of the village.
- Τον παραμόνεψαν έξω από το χωριό.