amusie

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

amusie < λατινική ἀμουσία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
amusie amusies

amusie (fr) θηλυκό

  1. (ιατρική) απώλεια της ικανότητας που έχει κάποιος να τραγουδάει, να παίζει ή να αναγνωρίζει μια μελωδία
  2. (κατ’ επέκταση) απουσία μουσικών ικανοτήτων