aréole

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

aréole < λατινική areola, υποκοριστικό του area (επιφάνεια)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aréole aréoles

aréole (fr) θηλυκό

  1. η άλως (4ος ορισμός)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]