argot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

argot < γαλλική argot

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

argot (en)

  1. η αργκό
     συνώνυμα: cant, jargon, slang
  2. (γλωσσολογία) ειδική γλώσσα ενός επαγγέλματος ή, γενικότερα, μιας κλειστής ομάδας ανθρώπων
     συνώνυμα: jargon



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

argot < αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως από το arguer ή το ergoter

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aʁ.ɡo/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
argot argots

argot (fr) θηλυκό

  1. η αργκό
  2. (γλωσσολογία) ειδική γλώσσα ενός επαγγέλματος ή, γενικότερα, μιας κλειστής ομάδας ανθρώπων