aval

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

aval < à + val

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aval avals

aval (fr) αρσενικό

  1. το κάτω μέρος ενός ποταμού, το μέρος προς το οποίο τρέχει το νερό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (διάλεκτος) abas

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aval avals

aval (fr) αρσενικό

  1. η τριτεγγύηση
  2. (μεταφορικά) η υποστήριξη, η συγκατάθεση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]