bétonner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

bétonner < bétonné < béton

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /be.tɔ.ne/

Ρήμα[επεξεργασία]

bétonner (fr)

  1. χτίζω με μπετόν (σκυρόδεμα, τσιμέντο), τσιμεντάρω
  2. ενισχύω με μπετόν
  3. (μεταφορικά) θωρακίζω (π.χ. άμυνα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]