be supposed to

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

be supposed to < → δείτε τις λέξεις be, supposed και to


be supposed to (en) (ιδιωματισμός)

  1. υποτίθεται ότι, είμαι υποχρεωμένος να, πρόκειται να, κάτι αναμένεται ή απαιτείται σύμφωνα με έναν κανόνα, ένα έθιμο, μια ρύθμιση κτλ.
    He is supposed to come and help me.
    Υποτίθεται ότι θα έρθει να με βοηθήσει.
    Everyone is supposed to know the rules.
    Υποτίθεται ότι όλοι ξέρουν τους κανόνες.
    Am I supposed to clean my room?
    Είμαι υποχρεωμένος να καθαρίζω το δωμάτιο μου;
    Yesterday, the trial was supposed to start.
    Χτες επρόκειτο να αρχίσει η δίκη.
  2. υποτίθεται ότι, θεωρείται, γενικά πιστεύεται ή αναμένεται να είναι/κάνει κάτι
    He is supposed to be a good doctor.
    Υποτίθεται ότι είναι καλός γιατρός.
    You are supposed to not know anything.
    Υποτίθεται ότι δεν ξέρεις τίποτα.
    He is supposed to be rich.
    Θεωρείται πλούσιος.
  3. (αρνητικό, be not supposed to) δεν μου επιτρέπεται να
    Teachers are not supposed to smoke in class.
    Οι δάσκαλοι δεν επιτρέπεται να καπνίζουν στην τάξη.