πρόκειται

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόκειται < αρχαία ελληνική , γ' ενικό πρόσωπο του ρήματος πρόκειμαι<πρό+κείμαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.ci.tɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πρόκειται παρατ.: επρόκειτο (απρόσωπο)

  1. κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει
    πήγα να ψωνίσω μερικά πράγματα γιατί πρόκειται να πάμε διακοπές την επόμενη βδομάδα
  2. αφορά
    αποδείχτηκε ότι δεν επρόκειτο για ανθρώπινο λάθος αλλά ήταν εσκεμμένο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]