supposed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

supposed (en)

  1. αόριστος & παθητική μετοχή αορίστου του suppose


Επίθετο[επεξεργασία]

supposed (en)

  1. υποτιθέμενος
    The supposed victim was in fact lying
  2. ο αναμενόμενος που θεωρητικά έπρεπε να... ή να μη..., που υποτίθεται ότι θα ήταν, που ήταν σχεδιασμένος, προοριζόμενος να, υποχρεωμένος να
    You are not supposed to smoke

Συνώνυμα[επεξεργασία]