Μετάβαση στο περιεχόμενο

supposed

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

supposed (en) (χωρίς παραθετικά)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

supposed (en)

Παράγωγα

[επεξεργασία]