Μετάβαση στο περιεχόμενο

beffroi

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
beffroi beffrois

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

beffroi (fr) αρσενικό

  1. ξύλινος πύργος που χρησιμοποιούνταν κατά τον Μεσαίωνα για την πολιορκία των πόλεων
  2. πύργος ενός δήμου για την φρούρηση
  3. κωδωνοστάσιο, καμπαναριό
  4. (κατ’ επέκταση) καμπάνα