καμπάνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : καμπάνια, καμπανιά, Καμπανία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

καμπάνα (1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμπάνα καμπάνες
γενική καμπάνας καμπανών
αιτιατική καμπάνα καμπάνες
κλητική καμπάνα καμπάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

1,2,3,4. καμπάνα < μεσαιωνική ελληνική καμπάνα < υστερολατινική campana < λατινική Campana, θηλυκό του Campanus < Campania < campus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂emp- (κάμπτω, λυγίζω)
η λέξη στα λατινικά σήμαινε μεταλλικό αντικείμενο κατασκευασμένο στην Καμπανία
5. καμπάνα < αγγλική cabana < ισπανική cabaña < λατινική capanna < γαλατική s-cap-ulae (σπονδυλική στήλη, πλάτη) ή s-scapus (καλύβα από κομμένα κλαδιά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμπάνα θηλυκό

  1. ηχητικό όργανο που έχει σχήμα ανάποδου κόλουρου κώνου μέσα στον οποίο βρίσκεται ένα γλωσσίδι και συνήθως χρησιμεύει για σήμαντρο εκκλησίας ή σχολείου
Γιατί χτυπάς την καμπάνα, του φώναξαν, τι τρέχει; (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)
  1. (κατ’ επέκταση) το άκρο σε μπατζάκι παντελονιού, όταν έχει σχήμα αρκετά μεγαλύτερο, ώστε να θυμίζει καμπάνα
  2. (σκωπτικά) η τιμωρία
  3. (μεταφορικά) πρόστιμο, χρηματική ποινή
  4. το μπανγκαλόου

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]