κόλουρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόλουρος < αρχαία ελληνική κόλουρος

Επίθετο[επεξεργασία]

κόλουρος

  1. (γεωμετρία) (για κώνο ή πυραμίδα) που έχει κομμένη την κορυφή από επίπεδο παράλληλο με τη βάση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόλουρος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

κόλουρος

  1. που έχει κολοβή ή κομμένη ουρά, κολοβός