bibelot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bi.blo/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bibelot bibelots

bibelot (fr) αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]