boudoir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boudoir (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

boudoir < bouder
Κυριολεκτικά, σημαίνει δωμάτιο όπου μπορεί κανείς να κλειστεί όταν είναι κακόκεφος.

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bu.dwaʁ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
boudoir boudoirs

boudoir (fr) αρσενικό

  1. το μπουντουάρ
  2. μικρό στενόμακρο γλύκισμα καλυμμένο με ζάχαρη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]