bounce

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bounce (en)

  1. το γκελ, η αναπήδηση, το αναπήδημα, το σκίρτημα, το ανασκίρτημα

Ρήμα[επεξεργασία]

bounce (en)

  1. αναπηδώ (για κίνηση μπάλας ή άλλη παρόμοια κίνηση)