αναπήδηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναπήδηση αναπηδήσεις
γενική αναπήδησης
& αναπηδήσεως
αναπηδήσεων
αιτιατική αναπήδηση αναπηδήσεις
κλητική αναπήδηση αναπηδήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπήδηση < αρχαία ελληνική ἀναπήδησις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναπήδηση θηλυκό

  1. το σκίρτημα, το τίναγμα, η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναπηδώ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]