box office
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| box office | box offices |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- box office < → δείτε τις λέξεις box και office • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]box office (en)
- (μετρήσιμο) το ταμείο, το μέρος που πωλούνται εισιτήρια για το θέατρο ή τον κινηματογράφο
- (μη μετρήσιμο) οι συνολικές εισπράξεις για θεατρικό έργο η κινηματογραφική ταινία
This film will break all the box office records.
- Αυτο το φιλμ θα σπάσει όλα τα ρεκόρ εισπράξεων.
His new play is a big box office success.
- Το καινούριο του θεατρικό έργο κάνει τρελές εισπράξεις (= έχει μεγάλη εισπρακτική επιτυχία).
Πηγές
[επεξεργασία]- box office - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 265. ISBN 9780194325684., λήμμα: είσπραξη