boxeur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
boxeur < γραφή box(er) + -eur < (άμεσο δάνειο) αγγλική boxer

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό boxeur boxeurs
θηλυκό boxeuse boxeuses

boxeur (fr) αρσενικό