braid
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| braid | braids |
braid (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | braid |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | braids |
| αόριστος | braided |
| παθητική μετοχή | braided |
| ενεργητική μετοχή | braiding |
braid (en)
- πλέκω
- (ειδικότερα) φτιάχνω τα μαλλιά πλεξούδες