braid

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

braid (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

braid (en)

  • φτιάχνω τα μαλλιά πλεξούδες