Μετάβαση στο περιεχόμενο

categorically

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός categorically
συγκριτικός more categorically
υπερθετικός most categorically

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
categorically < categorical + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

categorically (en)