centrale

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

centrale < λατινική centralis

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
centrale centrales

centrale (fr) θηλυκό

  1. [εργοστάσιο]] παραγωγής κάποιας μορφής ενέργειας
    centrale électrique / thermique / hydroélectrique / nucléaire

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

centrale (fr)