cerotto

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

cerotto < μεσαιωνική ελληνική κηρωτόν (=έμπλαστρο αλειμμένο με κερί) < αρχαία ελληνική κηρωτός (αλειμμένος με κερί) < κηρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cerotto (it)

  1. τσιρότο
  2. λευκοπλάστης