chaperon

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chaperon (en)

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

chaperon < chape

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʃa.pʁ̃ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chaperon chaperons

chaperon (fr) αρσενικό

  1. η κουκούλα
  2. το πάνω μέρος ενός τοίχου, σκεπασμένο από κεραμίδια για να κυλάει το νερό της βροχής
  3. ένας ενήλικος που συνοδεύει και επιβλέπει έναν ανήλικο σε κοινωνικές εκδηλώσεις

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]