chatbot
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| chatbot | chatbots |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]chatbot (en)
- (πληροφορική) λογισμικό υπολογιστή το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για να πραγματοποιεί συνομιλίες μέσω ενός chat room