chevron

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/ˈʃɛvrɒn/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chevron (en)

  1. εραλδικό V
  2. γαλόνι σε σχήμα V

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chevron chevrons

chevron (fr) αρσενικό

  1. ξύλινο δοκάρι