choir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkwʌɪə/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

choir (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

choir (fr)

  1. (παρωχημένο ή λόγιο) σύρομαι από πάνω προς τα κάτω
  2. (μεταφορικά) πέφτω
    tire la chevillette, la bobinette cherra (extrait du Petit Chaperon Rouge) - τράβηξε τον πείρο και το μάνταλο θα πέσει (από την Κοκκινοσκουφίτσα)