Μετάβαση στο περιεχόμενο

come upon

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας come upon
γ΄ ενικό ενεστώτα comes upon
αόριστος came upon
παθητική μετοχή come upon
ενεργητική μετοχή coming upon

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
come upon <  δείτε τις λέξεις come και upon

come upon (en)