complement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: complément, compliment

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɒmpləmənt/ (βρετανικό)
ομόηχο: compliment (κομπλιμέντο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
complement complements

complement (en)

  • συμπλήρωμα
    the entire complement of : πλήρες λειτουργικό σύνολο του ...

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας complement
γ΄ ενικό ενεστώτα complements
αόριστος complemented
παθητική μετοχή complemented
ενεργητική μετοχή complementing

complement (en)