Μετάβαση στο περιεχόμενο

context

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
context contexts

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
context < λατινική contextus

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

context (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. το πλαίσιο, το συγκείμενο, η κατάσταση στην οποία συμβαίνει κάτι και αυτό με βοηθά να το καταλάβω
    παράδειγμα  Seen in this context
    Αν το δεις κανείς μέσα σ' αυτό το πλαίσιο
    παράδειγμα  The battle of Thermopylae became a legend going beyond its narrow historical context.
    Η μάχη των Θερμοπυλών ξεφεύγοντας από τα στενά ιστορικά πλαίσια έγινε θρύλος.
    παράδειγμα  historical/educational/political context - ιστορικό/εκπαιδευτικό/πολιτιστικό συγκείμενο
  2. τα συμφραζόμενα, το συγκείμενο, οι λέξεις που έρχονται λίγο πριν και μετά από μια λέξη, φράση ή δήλωση και με βοηθούν να κατανοήσω το νόημά της
    παράδειγμα  The word was unfamiliar to me, but I understood what it meant from the context.
    Η λέξη μου ήταν άγνωστη, αλλά κατάλαβα τι σήμαινε από τα συμφραζόμενα.
    παράδειγμα  This word is interpreted through its context.
    Αυτή η λέξη ερμηνεύεται στο συγκείμενό της.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]