συμφραζόμενα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμφραζόμενα
γενική συμφραζομένων
αιτιατική συμφραζόμενα
κλητική συμφραζόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμφραζόμενα, ουσιαστικοποιημένος πληθυντικός ουδετέρου της μετοχής συμφραζόμενος («αυτός που λέγεται μαζί (με κάτι άλλο)»)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμφραζόμενα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • αυτά που συναποτελούν ένα κείμενο
  • Η λέξη μου ήταν άγνωστη, αλλά κατάλαβα τι σήμαινε από τα συμφραζόμενα

Open book 01.svg Κλιτή μορφή μετοχής[επεξεργασία]

συμφραζόμενα