coop up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας coop up
γ΄ ενικό ενεστώτα coops up
αόριστος cooped up
παθητική μετοχή cooped up
ενεργητική μετοχή cooping up

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: coop και up

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

coop up (en)

  1. στριμώχνω, περιορίζω, μαντρώνω σε μικρό μαντρί
    • ταξιδεύω με μέσο που δεν μου επιτρέπει για πολλή ώρα να απλώσω τα άκρα μου και να κινηθώ ελεύθερα
  2. (μεταφορικά) φυλακίζω