couchant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

couchant (fr) αρσενικό

  1. η δύση, το μέρος του ορίζοντα όπου δύει ο ήλιος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: occident, ouest, ponant

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό couchant couchants
θηλυκό couchante couchantes

couchant (fr)

  1. δύων