crane

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

crane (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

crane (en)

  • ανεβάζω ή κατεβάζω κάτι (σαν) με γερανό