crane
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| crane | cranes |
crane (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | crane |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | cranes |
| αόριστος | craned |
| παθητική μετοχή | craned |
| ενεργητική μετοχή | craning |
crane (en) (μεταβατικό και αμετάβατο)
- τεντώνω το λαιμό· σκύβω ή τεντώνομαι πάνω από κάτι για να δω κάτι καλύτερο
He craned his neck forward to see.
- Τέντωσε το λαιμό του μπροστά για να δει.